Φαύλλου

Φαύλλου
Φαΰλλου , Φάϋλλος
masc gen sg

Morphologia Graeca. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • Φαύλλου — Φαΰλλου , Φάϋλλος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φάλαικος — Ένας από τους τέσσερις μεγάλους στρατηγούς των Φωκέων στη διάρκεια του Γ’ Ιερού πολέμου. Ήταν γιος του Ονόμαρχου και διάδοχος, στη διακυβέρνηση της φωκικής πολιτείας, του θείου του Φάυλλου. Προκειμένου να πληρώσει τους μισθοφόρους του και να… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”